Γι Αλλού Ξεκίνησα

Εγώ γι’ αλλού ξεκίνησα κι αλλού η ζωή με πάει.
Και δεν εννοώ αυτό που καταλάβατε.
Όχι δεν μ’ έπιασαν ξαφνικά  τα ψυχολογικά μου, ούτε έπεσα σε σκέψεις του στυλ, ποιά είμαι, πού πάω κι άλλα τέτοια βαθυστόχαστα.

Για πεζά πράγματα μιλώ η ταλαίπωρη νοικοκυρά-εργαζόμενη-μάνα, σαν αυτά που είχα κατά νου να κάνω σήμερα το απόγευμα.
Γιατί σήμερα  δεν είχα και πολλά κέφια για δουλειές (ενώ τις υπόλοιπες μέρες.. ).
Και παρ’ όλο που το βλέμμα μου έπεσε στην λεκάνη με τα ασιδέρωτα, παρ΄όλο που για μια στιγμή (μια τοσοδούλα μικρή στιγμή) σκέφτηκα η τρελή να σιδερώσω, έσπευσα να διώξω άρον άρον τις απαίσιες σκέψεις απ’ το μυαλό μου και να τον επαναφέρω στην τάξη.
Γιατί σήμερα είπαμε, ήμουν σε ψυχολογία βαριεστημάρας και  «ξεπετάγματος».
Επειδή όμως έχοντας τέσσερις άντρες στο σπίτι, το μαγείρεμα δεν μπορώ να το αποφύγω, σκέφτηκα πονηρά.
Είπα να ρίξω στην χύτρα ένα κιλό κιμά με την μορφή γιουβαρλακίων και να ησυχάσω  με το αυριανό φαγητό.
Και ξεκίνησα η ταλαίπωρη νοικοκυρά-εργαζόμενη-μάνα να μαγειρέψω τα γιουβαρλάκια.
Τα οποία γιουβαρλάκια τά’χω και για πολύ «ξεπέτα» φαγητό.
Διότι ρίχνεις τα υλικά σε μια λεκανίτσα, τα ζυμώνεις καλά όλα μαζί, τα πλάθεις ωραία ωραία σε στρογγυλά μπαλάκια και τα εναποθέτεις στην χύτρα.
Από εκεί, σε κανα τεταρτάκι,  θα βγουν έτοιμα για φάγωμα.
Αν μάλιστα βαριέσαι ελεεινά όπως εγώ σήμερα, παρακάμπτεις το αυγολέμονο και τα κάνεις σε σάλτσα ντομάτας.
Το σχέδιο λοιπόν πήγαινε μια χαρά κι ενώ υπολόγιζα σε κανα δεκαλεπτάκι να έχω ξεμπερδέψει και να αράξω στους καναπέδες, πήγα να πάρω απ’ το καταψύκτη μαϊντανό που είχα ψιλοκομμένο σε σακκουλάκι.
Τί τό’θελα;
Φάτα κυρά μου τα γιουβαρλάκια δίχως μαϊντανό, σάμπως ποιός θα το έπαιρνε χαμπάρι;
Αλλά και να το καταλάβαιναν.. σιγά μη σου χάλαγαν την διαγωγή σε κοσμία!
Αλλά όοοχι, εκεί … πείσμα να βάλω μαϊντανό.
Ανοίγω λοιπόν το συρτάρι του καταψύκτη και με πιάνει η καρδιά μου.
Γιατί εκτός από τα διάφορα τρόφιμα, το εν λόγω συρτάρι και τα υπόλοιπα αδελφάκια του, περιείχαν επίσης μπόλικο πάγο κολλημένο στα τοιχώματα, χυμούς από γρανίτες που έφτιαχνα για τ’ αστροπελέκια, κάτι παγωμένα απομεινάρια αγνώστου προελεύσεως και μπόλικη Άρτα μαζί με μπόλικα Γιάννενα.
Με λίγα λόγια, την πατήσαμε αδέλφια!
Κι άρχισα η ταλαίπωρη νοικοκυρά-εργαζόμενη-μάνα να αδειάζω τα συρτάρια πάνω στον πάγκο της κουζίνας για να τα πλύνω.
Κι έγινε ο πάγκος της κουζίνας σαν την λαϊκή της Τετάρτης ένα πράμα!
Αφού ήμουν έτοιμη ν’ αρχίσω να φωνάζω «πάρε, πάρε, πάρε , πάρε, εδώ τα καλά».
Και δώστου να πλένω στον νεροχύτη τα συρτάρια και δώστου να τρέχουν τα νερά στο πάτωμα κι από κει που είχα πει για ένα ξεπέτα-φαγητό βρέθηκα να κάνω γενική ανακαίνιση στην κουζίνα.
Άτιμη ζωή που άλλους τους ανεβάζεις και άλλους τους κατεβάζεις!

Written By
More from Tzina Varotsi

Στο ξημέρωμα της νέας χρονιάς

Κάθε χρόνο (μα κάθε..) διαβάζω και ακούω τα ίδια πράγματα. «να φύγει η...
Read More

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *