Πτώχευση Και Μεικάπ

ptochefsi-ke-mikap

 

Το Σάββατο που μας πέρασε δούλευα..


Στο γραφείο ήμασταν μια συνάδελφος κι εγώ..

Από εκείνη έμαθα τα περί διαγγέλματος .. δημοψηφίσματος και των συναφών.

Μετά την πλήρη ενημέρωση βαριά σιωπή έπεσε μεταξύ μας, κοιταχτήκαμε με νόημα  κι αναρωτηθήκαμε αν θα προλαβαίναμε εγώ να ψωνίσω τα απαραίτητα για το σαββατοκύριακο – μιας και στο σπίτι δεν υπήρχε κολυμπιθρόξυλο (και μην αρχίσεις τώρα τις απορίες του είδους «τι σημαίνει κολυμπιθρόξυλο» διότι ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΗΣ!) –  κι εκείνη – ελεύθερη και χωρίς υποχρεώσεις ούσα – ένα μεικάπ που ήθελε..

Εκείνο που μας άγχωνε ήταν φυσικά το μεικάπ..

Διότι δύσκολο το’ χεις, έτσι όπως ξεχύθηκαν οι ορδές των βαρβάρων σηκώνοντας τα πάντα στο πέρασμά τους, να φτάσουν και στο ράφι με τα μεικάπ.. να τα περάσουν για βούτυρο soft για το ψωμί και μες τον πανικό  να τα πάρουν όλα;

Πώς να πτωχεύσεις με αξιοπρέπεια αν δεν έχεις το κατάλληλο μεικάπ;

Πώς να βγεις στην τηλεόραση να απαντήσεις στις ερωτήσεις του δημοσιογράφου που στην έχει στημένη στην ουρά του ΑΤΜ με την μούρη να γυαλίζει;

Με αυτές τις σκέψεις συνεχίσαμε την δουλειά μας βαριαναστενάζοντας και κοιτάζοντας συνεχώς το ρολόι..

Στην εκπνοή του οκταώρου πεταχτήκαμε απ’ τις θέσεις μας σαν ελατήρια και ορμήσαμε στην πόρτα εξόδου.. αν κάναμε αγώνα δρόμου θα είχαμε κόψει ταυτόχρονα το νήμα..

Μες τον πανικό να φύγουμε,  προς στιγμήν κατευθυνθήκαμε η μια στο αυτοκίνητο της άλλης, γρήγορα όμως επήλθε η ψυχραιμία και βάζοντας το κλειδί στην μηχανή του σωστού η κάθε μια αυτοκινήτου ξεχυθήκαμε ως άλλοι Ντάλτον προς αντίθετες κατευθύνσεις..

Η δική μου προς το σούπερ μάρκετ για να πάρω τα απολύτως απαραίτητα  του σαββατοκύριακου, τα οποία μετά βίας γέμισαν ένα καλάθι κι εκείνη για κάποιο «μεικαπάδικο» ..

Έφτασα, που λες,  στο σούπερ μάρκετ λίγο μετά τις τρεις το μεσημέρι και  με το που πέρασα την πόρτα αναρωτήθηκα αν μες τον πανικό είχα κάνει πολύ περισσότερα χιλιόμετρα και είχα περάσει τα σύνορα.. διότι η εικόνα που αντίκρυζα με παρέπεμπε σε σούπερ μάρκετ της γειτονικής Βουλγαρίας..

Άδεια ράφια, πεταμένα πράγματα στους διαδρόμους και κόσμος με το μάτι να γυαλίζει να σπρώχνει καρότσια τίγκα σε babylino, μπουκάλια με νερό, ζυμαρικά κι αλεύρια..

Και δεν μπόρεσα να μην σκεφτώ πως θα άξιζε όλος αυτός ο πανικός αρκεί και μόνον να έβλεπα τις σύγχρονες νοικοκυρές να ζυμώνουν ψωμί!

Κακίες το ξέρω..

Έτσι, μετά από αγώνα σώμα με σώμα κατάφερα να αγοράσω  δυο πακέτα μακαρόνια,  που είχαν πέσει στο πίσω μέρος του ραφιού και δεν τα είχαν πάρει χαμπάρι, ένα μπουκάλι γάλα, (το τελευταίο που είχε απομείνει στο ψυγείο), τομάτες, πιπεριές, κολοκυθάκια και τα συναφή χρειαζούμενα για να φτιάξω γεμιστά.. (διότι τα ζαρζαβατικά δεν αποθηκεύονται. ) μαλλιοτραβήχτηκα με μια ξανθιά διεκδικώντας το τελευταίο πακέτο ζάχαρης, τσακώθηκα με μια κοκκινομάλλα μπροστά στο ράφι με τα ψωμιά του τοστ και τέλος κατάφερα να φύγω με όλα όσα ήθελα να αγοράσω, τα οποία γέμιζαν δεν γέμιζαν ένα καλάθι (για καρότσι ούτε λόγος)  και με το κεφάλι ψηλά!

Γύρισα σπίτι ξέπνοη απ’ τον κόπο κι έτρεξα στο τηλέφωνο..
– Έλα.. βρήκες τελικά μεικάπ;

Written By
More from Tzina Varotsi

Μικρές-πικρές ιστορίες στο διαδίκτυο

Eίμαι πολύ ψυχοπονιάρα,… αλλά είμαι και «υποψιασμένη», βλέπετε άμα καείς στον χυλό...
Read More

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *