Τα σπίτια χαμηλά, με αυλές γεμάτες ντενεκέδες που μέσα τους άνθιζαν γεράνια και ζουμπούλια. Τα καλοκαιρινά απογεύματα είχαν γλύκα…, αθωότητα, παιδικές φωνές και σκοινάκι, στάκαμαν, κυνηγητό, αμάδες. Οι γειτόνισσες δυο δυο, τρεις τρεις έβγαζαν τις καρέκλες τους την ώρα που ο
ήλιος βουτούσε πίσω από τα βουνά έξω στον δρόμογια να κεντήσουν, να πλέξουν, να κουτσομπολέψουν, να σχολιάσουν.

Τηλεόραση είχε μόνο ένα σπίτι και τα απογεύματα ο νοικοκύρης έστρεφε την οθόνη προς την έξω μεριά του παράθυρου έτσι ώστε να «εξυπηρετείται» η πιτσιρίκαρία που μαζευόταν να δει το ασπρόμαυρο θαύμα!

Η μπουγάδα απλωμένη στον δρόμο  τον έκοβε στα δυο και  προκαλούσε καυγάδες.
– πηγαίνετε πιο κάτω να παίξετε, θα τα λερώσετε.

– πιο σιγά την μπάλα
και τέλος μια στριγκή φωνή στην ύστατη προσπάθειά της
– κυρά Σούλα μάζεψε τον γιό σου.

Αυτό συνήθως έκανε τον «περί ου ο λόγος» να μαζεύει την συμμορία και να πηγαίνουν πιο μακριά να σουτάρουν την μισοσκασμένη μπάλα τους.

Τα καλοκαιρινά απογεύματα όταν βλέπαμε από μακριά το άσπρο καρότσι του παγωτατζή, μαζευόμασταν γύρω του για να πάρουμε το χωνάκι, μ’εκείνη την άσπρη βελούδινη κρέμα και το σιρόπι βύσσινο να κυλά, να πασαλείβει τα δάχτυλα και την μπλούζα μας.
Στην γωνία ήταν το μπακάλικο-ταβέρνα.

Δύο είσοδοι, μια από την κάθε πλευρά του δρόμου, δυο μαγαζιά συνεχόμενα που τα ένωνε μια μεσόπορτα. Στον ένα χώρο τα τρόφιμα, τσουβάλια με όσπρια παραταγμένα στο πάτωμα, ράφια στον τοίχο γεμάτα κονσέρβες και η μυρωδιά της ρέγγας να ανακατεύεται μ’ αυτήν του κρασιού.

Στον διπλανό χώρο ξύλινα βαρέλια, το ένα δίπλα στο άλλο και λιγοστά τραπέζια. Μας έστελνε η μάνα μας να ψωνίσουμε και χώναμε το χέρι στο τσουβάλι με τις φακές για να τις νοιώθουμε να γλιστρούν ανάμεσα στα δάχτυλά μας, ξανά και ξανά μέχρι να μας βάλει τις φωνές ο μπακάλης που παρεπιπτόντως  έκανε και τον γαλατά. Μ’ ένα παλιό ποδήλατο εξοπλισμένο με καφάσι στο πίσω μέρος, όπου έβαζε τα γυάλινα μπουκάλια με το γάλα, γύριζε όλη τη γειτονιά αφήνοντας έξω από τις πόρτες πότε ένα και πότε δυο, ανάλογα την συμφωνία.

Στην διπλανή αίθουσα τα απογεύματα μαζεύονταν οι άντρες για ένα ποτηράκι κρασί με τον απαραίτητο  μεζέ, μιλώντας  συνήθως  για την  πολιτική κατάσταση  ως την ώρα  που θα γυρνούσαν  σπίτι για το βραδινό φαγητό.

Από εκείνα τα βαρέλια ήταν  και το κρασί που μας έστελνε η μάνα ν’ αγοράσουμε, έπαιρνε την νταμιτζάνα ο μπακάλης να μας την γεμίσει κι εμείς κρυφοκοιτούσαμε από την μεσόπορτα μη τολμώντας να περάσουμε στην άλλη πλευρά που φάνταζε στα μάτια μας «απαγορευμένη περιοχή».

Στον πάνω δρόμο το ψιλικατζίδικο, μια τρύπα που αντιπροσώπευε τον παράδεισο όταν καταφέρναμε να εξασφαλίσουμε κάποιο λιγοστό χαρτζιλίκι, ήταν και ένα από τα λιγοστά τηλέφωνα της περιοχής. Η κυρία Πόπη κοντή και χοντρούλα έκλεινε με τον όγκο της την είσοδο κάθε που έβγαινε να φωνάξει με την τσιριχτή συρτή φωνή της :
– κυρά  Μαρίαααα, τηλέφωνοοοοο.

Μέσα μεταλλικά κουτιά γεμάτα «γεμιστά Παπαδοπούλου» , σκεπασμένα μ’ εκείνο το καφέ ριζόχαρτο, που τα αγοράζαμε χύμα και γλειφιτζούρια «κοκοράκι».

Σε μια γωνιά καφάσια με μπύρες και γκαζόζες που οι νοικοκυρές μάζευαν με μανία τα καπάκια γιατί στα είκοσι είχε ένα ποτήρι δώρο.

Ο ένας τοίχος  είχε ράφια  με αμέτρητα κουτιά γεμάτα με ντεμισέδες όλων των χρωμάτων και μπροστά του μια βιτρίνα με λογιών λογιών κεντήματα.

Ότι ήθελες το έβρισκες εκεί, βελόνες, βελονάκια, λάστιχο για κυλότες, κόπιτσες και ότι άλλο χρειαζόταν μια γυναίκα για να ράψει, να μαντάρει ή να κεντήσει, ενώ oι άνδρες αγόραζαν συνήθως τσιγάρα χύμα και  σπίρτα του  μονοπωλίου.

Ένα γκρίζο διώροφο τσιμεντένιο κτίριο ήταν το σχολείο μας, με εσωτερική αυλή στο πίσω μέρος που όμως περιφρονούσαμε, προτιμώντας το παιχνίδι στον χωματόδρομο, που ήταν τελείως ακίνδυνος με τα ανύπαρκτα αυτοκίνητα!

Στα διαλείμματα ξεχυνόμασταν παίζοντας κυνηγητό «αγόρια-κορίτσια», το αγαπημένο παιχνίδι όλων μας, καθώς έτσι είχαμε την ευκαιρία να ακουμπήσουμε αυτόν ή αυτή που ονειρευόμασταν τις νύχτες.

Ακόμα και τις γυμναστικές επιδείξεις κάθε τέλος χρονιάς, εκεί στον δρόμο τις κάναμε, με  λιγοστές καρέκλες που οι γείτονες πρόθυμα έφερναν από το σπίτι τους  για  δάσκαλους και γονείς  κι εμείς από την μέσα αυλή , που εκτελούσε χρέη παρασκηνίων,  εμφανιζόμασταν   στη μέση  του δρόμου  κατά τάξη με λευκά σορτσάκια- μπλουζάκια και παπούτσια ελβιέλες, για να εκτελέσουμε ασκήσεις που καιρό πριν προβάραμε με τις εντολές του δασκάλου μας.

 

gymnastikes-epidixis

 

Δεξιά από την στενή πόρτα της εισόδου, πάνω στον δρόμο,  το μαγαζάκι της κυρά Στέλλας, ήταν η καντίνα του σχολείου, όπως θα έλεγαν σήμερα. Ορμούσαμε στα διαλείμματα με φωνές για να αγοράσουμε συνήθως  σουσαμένιο κουλούρι, σπανιότερα  σάμαλι και  σε εξαιρετική  περίπτωση, μια ζεστή τυρόπιτα. Και τα έξι χρόνια του δημοτικού η κυρά Στέλλα μας συντρόφεψε με χαμόγελο και άπειρη υπομονή στα ατέλειωτα βερεσέδια που της βάζαμε.

Ένας στενός διάδρομος οδηγούσε στην αυλή που πλαισιωνόταν από τρεις μεγάλες φωτεινές αίθουσες για τις πρώτες τάξεις. Κοντά στην είσοδο, στην αρχή του διαδρόμου υπήρχε μια στενή στριφογυριστή σκάλα που έβγαζε  στον επάνω όροφο όπου ήταν το γραφείο των δασκάλων κι άλλες τρεις αίθουσες για τις  μεγαλύτερες τάξεις το ίδιο μεγάλες και φωτεινές.  Η κάθε τάξη είχε τριάντα με σαράντα παιδιά και το σχολείο λειτουργούσε εκ περιτροπής τρεις μέρες πρωί και τρεις απόγευμα.

Θυμάμαι το άγχος που είχαμε όταν διανύαμε την βδομάδα που ήμασταν Δευτέρα Τρίτη Τετάρτη απόγευμα και την Πέμπτη γυρίζαμε πρωϊ.
Σχολούσαμε γύρω στις επτά κι έπρεπε γυρίζοντας σπίτι να διαβάσουμε αμέσως για την επομένη,  ενώ αντίθετα όταν ήμασταν Δευτέρα Τρίτη Τετάρτη πρωί και γυρίζαμε την Πέμπτη απόγευμα χαράς ευαγγέλια, μιας και είχαμε στην διάθεσή μας ένα ολόκληρο απόγευμα να χαζολογήσουμε όσο θέλαμε και την επομένη με την ησυχία μας να ετοιμάσουμε τα μαθήματά μας  ακούγοντας  συνήθως παράλληλα από το ραδιόφωνο την «θεία-Λένα».

Τα μαθήματά μας….αντιγραφή, ορθογραφία, αριθμητική, πατριδογνωσία, θρησκευτικά, βιβλία ντυμένα με νάιλον μπλε θήκες, όπως και τα τετράδια,  στριμωγμένα στην τεράστια δερμάτινη σάκα , συνήθως μια και για τα έξι χρόνια,  που κρατούσαμε με κόπο γέρνοντας  το κορμί μας προς την αντίθετη μεριά έτσι ώστε να ισορροπήσουμε το βάρος…

Υγ. το κείμενο είναι ένα απόσπασμα από ένα προσωπικό «συγγραφικό εγχείρημα» που έκανα πολλά χρόνια πριν.. (μετά ξάπλωσα και μου πέρασε).. το δημοσιεύω συμμετέχοντας στο blogoδρώμενο της Πέτρας